Ο Kevin Ashton είναι Βρετανός τεχνολόγος και ερευνητής, γνωστός κυρίως για την εισαγωγή του όρου Internet of Things (IoT). Η έννοια αυτή περιγράφει ένα περιβάλλον στο οποίο φυσικά αντικείμενα μπορούν να συνδεθούν στο διαδίκτυο και να επικοινωνούν μεταξύ τους μέσω αισθητήρων, λογισμικού και δικτυακών τεχνολογιών. Η ιδέα του αποτέλεσε σημαντικό σημείο καμπής για την εξέλιξη των σύγχρονων πληροφοριακών συστημάτων και του διάχυτου υπολογισμού, καθώς επέτρεψε τη σύνδεση του φυσικού κόσμου με τον ψηφιακό.
Η δημιουργία της έννοιας Internet of Things
Το 1999 ο Kevin Ashton χρησιμοποίησε για πρώτη φορά τον όρο Internet of Things κατά τη διάρκεια παρουσίασης σχετικά με την αξιοποίηση της τεχνολογίας RFID για τη βελτίωση της διαχείρισης προϊόντων σε επιχειρησιακά περιβάλλοντα. Η βασική ιδέα ήταν ότι τα αντικείμενα της καθημερινής ζωής μπορούν να εξοπλιστούν με αισθητήρες και μικροεπεξεργαστές ώστε να συλλέγουν δεδομένα και να επικοινωνούν μέσω δικτύων υπολογιστών.
Μέχρι εκείνη την περίοδο το διαδίκτυο χρησιμοποιούνταν κυρίως από ανθρώπους μέσω προσωπικών υπολογιστών. Με την εισαγωγή της έννοιας του Internet of Things, τα αντικείμενα απέκτησαν τη δυνατότητα να συμμετέχουν ενεργά σε ένα δίκτυο ανταλλαγής πληροφοριών. Αυτή η προσέγγιση άνοιξε τον δρόμο για τη δημιουργία συστημάτων στα οποία οι συσκευές μπορούν να επικοινωνούν μεταξύ τους και να ανταλλάσσουν δεδομένα σε πραγματικό χρόνο.
Σήμερα το Internet of Things αποτελεί έναν από τους πιο δυναμικά αναπτυσσόμενους τομείς της πληροφορικής και των δικτυακών τεχνολογιών. Η εφαρμογή του επεκτείνεται σε πολλούς διαφορετικούς τομείς της καθημερινής ζωής και της βιομηχανίας.Επίσης η δυνατότητα σύνδεσης αισθητήρων, συσκευών και πληροφοριακών συστημάτων επιτρέπει τη συλλογή και ανάλυση δεδομένων σε πραγματικό χρόνο, συμβάλλοντας στη βελτίωση της αποδοτικότητας και της λήψης αποφάσεων.
Η ιδέα που διατύπωσε ο Kevin Ashton συνέβαλε καθοριστικά στη διαμόρφωση αυτού του νέου τεχνολογικού περιβάλλοντος, στο οποίο ο φυσικός και ο ψηφιακός κόσμος λειτουργούν σε στενή αλληλεπίδραση.
Η σημαντικότερη συνεισφορά του Kevin Ashton συνδέεται με την αξιοποίηση της τεχνολογίας Radio Frequency Identification για την αυτόματη αναγνώριση και παρακολούθηση αντικειμένων μέσω δικτύων υπολογιστών. Η τεχνολογία RFID βασίζεται στη χρήση μικρών ηλεκτρονικών ετικετών (RFID tags) που περιέχουν μικροτσίπ και κεραία. Οι ετικέτες αυτές μπορούν να αποθηκεύουν πληροφορίες και να επικοινωνούν με ειδικούς αναγνώστες μέσω ραδιοκυμάτων.
Η βασική λειτουργία ενός συστήματος RFID περιλαμβάνει τρία βασικά στοιχεία:
Τις ετικέτες RFID, τους αναγνώστες RFID και το πληροφοριακό σύστημα που επεξεργάζεται τα δεδομένα. Όταν ένας αναγνώστης εκπέμπει ραδιοκύματα, η ετικέτα ενεργοποιείται και μεταδίδει τα αποθηκευμένα δεδομένα της, όπως έναν μοναδικό αναγνωριστικό αριθμό. Τα δεδομένα αυτά μεταφέρονται στη συνέχεια σε ένα πληροφοριακό σύστημα, όπου μπορούν να αποθηκευτούν, να αναλυθούν και να χρησιμοποιηθούν για τη διαχείριση αντικειμένων ή προϊόντων.
Η εργασία του Ashton στο MIT Auto-ID Center επικεντρώθηκε στην αξιοποίηση αυτής της τεχνολογίας για τη βελτίωση της διαχείρισης της εφοδιαστικής αλυσίδας. Μέσω της χρήσης RFID ετικετών, κάθε προϊόν μπορούσε να αποκτήσει μια μοναδική ψηφιακή ταυτότητα, επιτρέποντας την αυτόματη παρακολούθησή του σε όλα τα στάδια μεταφοράς και αποθήκευσης. Αυτό αποτέλεσε σημαντική καινοτομία, καθώς μέχρι τότε η παρακολούθηση προϊόντων βασιζόταν κυρίως σε γραμμωτούς κώδικες (barcodes) που απαιτούσαν ανθρώπινη παρέμβαση για την ανάγνωση των δεδομένων.
Η χρήση RFID επέτρεψε την αυτοματοποίηση πολλών διαδικασιών, καθώς οι ετικέτες μπορούσαν να διαβάζονται από απόσταση και χωρίς άμεση οπτική επαφή. Αυτό βελτίωσε σημαντικά την αποδοτικότητα των συστημάτων logistics και διαχείρισης αποθεμάτων, μειώνοντας τα σφάλματα και αυξάνοντας την ταχύτητα επεξεργασίας των πληροφοριών.
Η σημαντικότερη συμβολή του Ashton ήταν ότι αντιλήφθηκε πως η τεχνολογία RFID δεν έπρεπε να χρησιμοποιείται μόνο για την αναγνώριση αντικειμένων, αλλά μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για ένα ευρύτερο δίκτυο συνδεδεμένων συσκευών. Με βάση αυτή την ιδέα, διατύπωσε την έννοια του Internet of Things, όπου αντικείμενα εξοπλισμένα με αισθητήρες και συστήματα αναγνώρισης μπορούν να συλλέγουν δεδομένα από το περιβάλλον τους και να επικοινωνούν μέσω του διαδικτύου.
Η ιδέα αυτή αποτέλεσε σημαντικό βήμα προς την ανάπτυξη σύγχρονων συστημάτων διάχυτου υπολογισμού, στα οποία οι υπολογιστικές δυνατότητες ενσωματώνονται σε καθημερινά αντικείμενα. Σήμερα οι τεχνολογίες που βασίζονται στην αρχή αυτή χρησιμοποιούνται σε πλήθος εφαρμογών, όπως τα έξυπνα σπίτια, τα συστήματα παρακολούθησης υγείας, οι έξυπνες πόλεις και οι βιομηχανικές εφαρμογές του Industry 4.0.